Confidence Coaching Leadership Coaching Life Coaching

Η αυτοαμφισβήτηση και το σύνδρομο του απατεώνα

Το ψυχολογικό βίωμα που έχει κατονομαστεί ως ΄΄σύνδρομο του απατεώνα΄΄ αποτελεί μια όχι σπάνια έκφανση της αυτοαμφισβήτησης. Οι άνθρωποι που ΄΄πάσχουν΄΄ από αυτό, παρόλο που είναι επιτυχημένοι, διακεκριμένοι και ευρύτερα αναγνωρισμένοι ως τέτοιοι, έχουν την τάση να θεωρούν ότι τα επιτεύγματά τους σημειώνονται ως αποτέλεσμα τυχαίων συγκυριών, ως εύνοια της μοίρας ή, έστω, ως αναμενόμενη κατάληξη προσωπικής υπερπροσπάθειας –όχι, πάντως, ως μία κατάκτηση της αυθεντικά ταλαντούχας και ικανής προσωπικότητάς τους. Ο χαρακτηρισμός του ΄΄απατεώνα΄΄ έρχεται να υποδηλώσει ότι το άτομο πιστεύει πως καταφέρνει το οτιδήποτε μέσω… της εξαπάτησης όσων εμπλέκονται στην αναγνώριση της επιτυχίας του, και ότι διακατέχεται από το φόβο της αποκάλυψης της απάτης.

Πιο ειδικά, όσοι βιώνουν το σύνδρομο της ΄΄ψευδεπίγραφης επιτυχίας΄΄ (όπως πιο δόκιμα αποδίδεται), φέρουν την πεποίθηση ότι τα κατορθώματά τους προκύπτουν ως προϊόντα χειραγώγησης της γνώμης των άλλων. Θεωρούν, δηλαδή, πως έχουν καταφέρει να πείσουν τους άλλους περί της αξίας τους μέσω άσκησης γοητείας ή άλλου είδους τεχνασμάτων. Επιπλέον, τείνουν να νομίζουν πως είναι εξωτερικοί οι παράγοντες που συνδράμουν στην επιτυχία τους, κι όχι μια γνήσια εσωτερική επάρκεια, η αντικειμενική ικανότητα και ένα αληθινό και πηγαίο δυναμικό θετικής απόδοσης.

Το σύνδρομο του απατεώνα συσχετίζεται με ορισμένα στοιχεία προσωπικότητας ή συμπεριφοράς όπως η εσωστρέφεια, η αδυναμία εσωτερίκευσης της αίσθησης ενός επαρκούς, ικανού και προικισμένου εαυτού αλλά και το υψηλό ενδιαφέρον για την εντύπωση που εισπράττει ο περίγυρος. Δεδομένης, επεκτατικά, αυτής της απουσίας εσωτερικευμένης αυταξίας, ο αυτό-φερόμενος ως ΄΄απατεώνας΄΄ δεσμεύει τον εαυτό του σε μια αέναη προσπάθεια διεκδίκησης της αποδοχής και της αναγνώρισης των άλλων, των οποίων ο έπαινος αντισταθμίζει την ελλειμματική αυτοαποδοχή του. Καταλήγει να καμώνεται κάτι που δεν αντιστοιχεί στις αληθινές του ποιότητες, ενδύεται έναν πλαστό χαρακτήρα, προκειμένου να δημιουργεί θετικές εντυπώσεις. Αυτό το μοντέλο συμπεριφοράς, βέβαια, δεν εμπίπτει απλά στην κοινή διαδικασία προσαρμοστικότητας, ή, αλλιώς, στη χαμαιλεοντική φύση που χαρακτηρίζει τα ανθρώπινα όντα για την ανταπόκριση στις προσταγές των συνθηκών. Η διαφορά εδώ έγκειται στο γεγονός ότι η στοχοθέτηση κι επίτευξη υψηλών επιδόσεων ενισχύουν αισθήματα ενοχής για την απάτη που νομίζουν πως διαπράττουν, ώστε να λάβουν θετική ανατροφοδότηση από όσους τους περιστοιχίζουν. Δε νιώθουν, δηλαδή, ότι επιτυγχάνουν λόγω προσαρμογής κι ευελιξίας αλλά λόγω παραπλάνησης, οπότε και αισθάνονται τύψεις.

Τα πρόσωπα που υφίστανται τα συμπτώματα του εν λόγω συνδρόμου διακατέχονται από το φόβο της έκθεσης -φοβούνται πως θα αποκαλυφθούν οι ανεπάρκειές τους-, καθώς και από την ανησυχία ότι κάθε επίτευγμα θα πρέπει να ακολουθείται από περαιτέρω κατορθώματα, ώστε να συντηρείται το πέπλο της επιτυχίας που τα καλύπτει. Επιπρόσθετα, το ψυχολογικό αυτό φαινόμενο συνδέεται με αισθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης -όχι απαραίτητα διάχυτης σε όλους τους τομείς ή σε κάθε πτυχή της προσωπικότητας- και με την ύπαρξη μη ρεαλιστικής ανασφάλειας σχετικά με δυνατότητες επίτευξης σπουδαίων στόχων. Κι επειδή, ακριβώς, το άτομο αισθάνεται αυτήν τη μειονεξία, βάζει ψηλά τον πήχη όχι από ουσιαστική προσωπική επιθυμία, αλλά επειδή έχει την ανάγκη επιβεβαίωσης της ευφυΐας και των δυνατοτήτων του από άλλους. Επομένως, η όποια πιθανή εκδήλωση τελειομανίας έρχεται ως αντίβαρο της αυτοαπαξίωσης.

Ο εντοπισμός των ψυχολογικών αυτών συμπτωμάτων πρέπει να οδηγήσει κάποιον στον αναλογισμό του βαθμού, στον οποίο επηρεάζεται ο ψυχισμός του, και πόσο δυσχεραίνεται εξαιτίας τους μια ομαλή και λειτουργική καθημερινότητα. Σημαντικές είναι η απόκτηση επίγνωσης του εγκλωβισμού σε αυτήν την ψυχολογική κατάσταση, η αποδοχή της κι η προσπάθεια υπέρβασής της, ώστε να γίνει επανεκκίνηση με υγιέστερες προϋποθέσεις.

Χρήσιμη σε αυτήν την προσπάθεια είναι η ανίχνευση των αιτιών που οδήγησαν σε μια τέτοια στάση ζωής με αφετηρία εμπειρίες εντός οικογενειακού πλαισίου. Ένα υπερπροστατευτικό ή υπερελεγκτικό οικογενειακό περιβάλλον ή ένα χαμηλόβαθμα υποστηρικτικό και ελάχιστα αναγνωριστικό της προσωπικότητας του παιδιού το υποκινεί προς την υιοθέτηση τακτικών τελειομανίας και αυτοπροσαρμογής στα τιθέμενα πρότυπα, ώστε να κερδηθεί η πολυπόθητη γονική αποδοχή.

Εξίσου ιδιαίτερης σπουδαιότητας είναι η κατανόηση κι η αποδοχή των αισθημάτων αυτοαμφισβήτησης κι η έναρξη αυτογνωσιακών δράσεων, ώστε το άτομο να έρθει πιο κοντά στον πραγματικό πυρήνα του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα αρχίσει να συνειδητοποιεί τα χαρίσματά του, τις δυνατότητές του, και θα επισημάνει τη σύνδεση μεταξύ ικανότητας κι επιτυχίας, η οποία δεν μπορεί επανειλημμένα να είναι προϊόν τυχαιότητας –σίγουρα οι προσωπικές δεξιότητες διαδραματίζουν ρόλο καθοριστικό.

Στα πλαίσια της αυτογνωσιακής πορείας, η καταγραφή των θετικών γνωρισμάτων, των φιλοφρονήσεων ή επιβραβεύσεων και, φυσικά, των όσων έχουν αντικειμενικά επιτευχθεί ή κατακτηθεί αποτελεί ένα σημαντικό βήμα της διαδικασίας γνωριμίας του εαυτού, αποτυπώνοντας πραγματικά και απτά στοιχεία που μαρτυρούν ότι δικαίως θεωρείται άξιο και επιτυχημένο. Συνακόλουθα, η αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους, τους οποίους το άτομο θεωρεί πρότυπα, θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα επιβοηθητική, αποκαλύπτοντας πως παρόμοια συναισθήματα έχουν και άνθρωποι, οι οποίοι λόγω της επιτυχίας τους αξιολογούνται ως σημεία αναφοράς αρτιότητας και τελειότητας.

Σκοπός είναι ο άνθρωπος να εισέλθει στη διαδικασία να κατανοήσει ότι οι εξωγενείς επευφημίες δεν είναι ούτε υποκριτικές ούτε υπερβολικές, αλλά ούτε κι απαραίτητες, για να αγαπήσει κανείς τον εαυτό του και να αντιληφθεί ότι αξίζει την επιτυχία αλλά και την επιβράβευση γι’ αυτή.

 

Πηγές

Clance, P.R. & Imes, S. (1978). The impostor phenomenon in high achieving women: Dynamics and therapeutic intervention. Psychotherapy: Theory, Research and Practice, 15, 241–247 στο: Jarrett, C. Feeling Like a Fraud. The Psychologist, The British Psychological Society. Ανακτήθηκε από https://thepsychologist.bps.org.uk/volume-23/edition-5/feeling-fraud. (Τελευταία πρόσβαση 01/04/2021)

Harrison, R. (2020). ‘’3 Tips to Manage Imposter Syndrome’’. UCL. Ανακτήθηκε από www.ucl.ac.uk. (Τελευταία πρόσβαση 05/04/2021)

Langford, J. & Clance, P. R. (1993). The Impostor Phenomenon: Recent Research Findings Regarding Dynamics, Personality and Family Patterns and their Implications for Treatment. Vol.30, No.3, Georgia State University. Aνακτήθηκε από www.semanticscholar.org (Τελευταία πρόσβαση 01/04/2021)

Sakulku, J. & Alexander, J. (2011). The Impostor Phenomenon.  The Inernational Journal of   Behavioural Science.  Vol. 6, No.1, 73-92. Ανακτήθηκε από www.sciencetheearth.com. (Τελευταία πρόσβαση 02/04/2021)

Weir, K. ‘’Feel like a Fraud?’’. American Psychological Association. Ανακτήθηκε από www.apa.org. (Τελευταία πρόσβαση 04/04/2021)

 

 

 

 

 

You Might Also Like

EnglishGermanGreek